- μέλεσιν
- μέλοςlimbneut dat pl
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
OSCHOPHORIA — festa Atheniensium, hanc ob causam instituta. Athenienses ob caedem Androgeo, Cretensibus ad 9. Ann. poenae causâ 7. adolescentes, totidemque puellas, oraculi iussu, pendere cogebantur. Cumque tertia pensio iam exigeretur, Theseus cum reliquis… … Hofmann J. Lexicon universale
πολυκόλυμβος — ον, Α αυτός που κολυμπάει συχνά, που κολυμπάει πολύ («χαίροντες [oἱ βάτραχοι] ῷδῆς πολυκολύμβοισι μέλεσιν»). [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ * + κόλυμβος (< κολυμβῶ), πρβλ. ευ κόλυμβος] … Dictionary of Greek
προπέμπω — ΝΜΑ 1. συνοδεύω τιμητικά ώς ένα σημείο κάποιον που φεύγει, κατευοδώνω, ξεπροβοδώ (α. «μέλη τής κυβερνήσεως θα προπέμψουν ώς το αεροδρόμιο τον επίσημο ξένο» β. «προπέμπετε τοῡτον μέλεσιν καὶ μολπαῑσιν κελαδοῡντες», Αριστοφ. γ. «προπέμπουσι… … Dictionary of Greek
πιμελέσιν — πῑμελέσιν , πιμελής fat masc/fem/neut dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
АНТИФОН — [греч. ἀντίφωνον от ἀντίφωνος звучащий попеременно; лат. antiphona, церковнослав. ], в христ. литургической терминологии псалом с припевом, исполняемый антифонно, т. е. с пением 2 хорами поочередно припева (или стихов псалма; см. также Псалмодия) … Православная энциклопедия